συγκληρονομέω

συγκληρονομέω
V 0-0-0-0-1=1 Sir 22,23
to be joint heir, to be heir with; neol. Cf. HORSLEY 1982, 97; →TWNT

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • συγκληρονομήσουσι — συγκληρονομέω to be joint heir aor subj act 3rd pl (epic) συγκληρονομέω to be joint heir fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συγκληρονομέω to be joint heir fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκληρονομεῖ — συγκληρονομέω to be joint heir pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) συγκληρονομέω to be joint heir pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκληρονομοῦντα — συγκληρονομέω to be joint heir pres part act neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) συγκληρονομέω to be joint heir pres part act masc acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκληρονομοῦσι — συγκληρονομέω to be joint heir pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) συγκληρονομέω to be joint heir pres ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκληρονομούντων — συγκληρονομέω to be joint heir pres part act masc/neut gen pl (attic epic doric) συγκληρονομέω to be joint heir pres imperat act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκληρονομεῖν — συγκληρονομέω to be joint heir pres inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκληρονομοῦντες — συγκληρονομέω to be joint heir pres part act masc nom/voc pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκληρονομῆσαι — συγκληρονομέω to be joint heir aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκληρονομήσῃς — συγκληρονομέω to be joint heir aor subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ԺԱՌԱՆԳԱԿՑԻՄ — (եցայ.) NBH 1 0833 Chronological Sequence: 11c ձ. եւ կ. Ժառանգակից կամ վիճակակից գտանիլ. որպէս συγκληρονομέω cohaeres fio եւ συγκλήρουμαι consors efficio *Վախճան այնոցիկ (մեծութեան եւ պատուոյ) լի է խռովութեամբ եւ աղմկաւ, եւ ընդ մերձակայ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”